Ένας άτυχος άνθρωπος

Η τύχη ποτέ δεν ήταν με το μέρος μου. 
Δεν ξέρω αν είναι γραμμένο στα άστρα ή στην μοίρα ή αν το μητρικό γάλα που θήλασα ήταν ραδιενεργά μολυσμένο, η ζωή μου όμως είναι κωμικοτραγική. Μοιάζει βγαλμένη από την φαντασία σκηνοθέτη που με παρακολουθεί με κρυφή κάμερα προς τέρψη των σαδιστικών του ματιών. Ίσως να απήχθηκα μικρός από εξωγήινους ή να ζω σε κάποια παράλληλη διάσταση –αυτή της γρουσούζικης– ή ακόμα και να ονειρεύομαι και να πρόκειται να ξυπνήσω σε λίγο. Δεν γνωρίζω. Ξέρω όμως πως η τύχη ποτέ δεν ήταν με το μέρος μου.
Και δεν μιλώ μεταφορικά ούτε και υπερβάλλω. Είμαι από αυτούς τους ανθρώπους που αποφεύγουν την μπανανόφλουδα στο δρόμο μόνο και μόνο για να πατήσουν πρόκα στο επόμενο βήμα. Που ανοίγουν την ομπρέλα για να προφυλαχτούν από την βροχή και μια γλάστρα πέφτει από τον τρίτο όροφο στο κεφάλι τους. Τα ρούχα μου τραβούν με ένα μαγικό τρόπο πάνω τους όλων των ειδών τους περιπλανώμενους λεκέδες. Είμαι –νομίζω- το ιδεώδες πρότυπο του Μέρφι.
Κάποιοι λένε πως όλα οφείλονται σε αλυσίδες συμπτώσεων. Πως μια πεταλούδα που πετάει στην Κίνα μπορεί να προκαλέσει τυφώνα στην πιο μακρινή της χώρα.
Ε, η δική μου πεταλούδα στην Κίνα έχει λόξυγκα.
Δεν ξέρω. Ίσως κάποια στιγμή της ζωής μου να βρέθηκα σε δίνη χωροχρόνου, ή να είμαι μετεμψύχωση κρεατοφάγου προβάτου που το μαλλί του κατέληξε σε κασκόλ του Χίτλερ, ή να είμαι μακρινός απόγονος του Ρασπούτιν. 
Δεν ξέρω.
Κούνησα απαλά το ποτήρι που κρατούσα –λες και αυτό θα έδιωχνε τις σκέψεις μου- και ανακάτεψα το σκουρόχρυσο περιεχόμενο του. Τα παγάκια στροβιλίστηκαν και κουδούνισαν στην επαφή τους με το κρύσταλλο. Φυσικά, μια στάλα από την δίνη που σχηματίστηκε πετάχτηκε από το ποτήρι και με λέρωσε στο μέτωπο. Τίποτα τραγικό. 
Στην περίπτωση μου, όμως, ήταν πάντα έτσι.

***

Ήπια μια γουλιά ουίσκι και άφησα το ποτήρι όσο πιο αργά μπορούσα στο πάσο που είχα μπροστά μου. Δεν έχω ζήσει ποτέ σαν φυσιολογικός άνθρωπος. Γιατί δεν ήρθε ξαφνικά μια μέρα που απλά η τύχη εξαφανίστηκε από την ζωή μου. Γεννήθηκα έτσι. Στον πάτο ενός σκουριασμένου τροχού που δεν λέει να γυρίσει.
Μετά από τριάντα εφτά χρόνια, ξέρω πια όλες τις θεωρίες που ταιριάζουν στην περίπτωση μου. Όλες όσες αναφέρονται στην τύχη αυτή καθαυτή και όλες όσες αναφέρονται σε παρεμφερή φιλοσοφικά και μη μεγέθη. Για παράδειγμα, κάπου διάβασα ότι δεν υπάρχουν αρνητικά μεγέθη παρά μόνο θετικά. Είναι και τα δύο μεγέθη του ίδιου αντικειμένου, που απλά αναιρούν το ένα το άλλο. Δεν υπάρχει ‘ατυχία’ αλλά ‘ανάποδη τύχη’. Παρόλα αυτά, μιλώντας για ‘ανάποδη τύχη’ ή ‘έλλειψη τύχης’ ή ‘άρνηση τύχης’, δεν άλλαξαν και πολλά στην ζωή μου, εκτός από μια μικρή εμπλούτιση του λεξιλογίου μου και μιας ακόμα θεωρίας για να αναμασώ τα δυστυχισμένα βράδια.
Λένε πως όταν όλα πηγαίνουν στραβά δεν πρέπει να κάνεις απολύτως τίποτα –γιατί ότι και να κάνεις ούτως ή άλλως στραβά θα πάει. Ξάπλωσε λοιπόν –δικό μου συμπέρασμα αυτό– κάτσε όσο πιο ακίνητος μπορείς και περίμενε μέχρι να περάσει η μπόρα. Στην περίπτωση μου όμως θα ήμουν αναγκασμένος να είμαι ξαπλωμένος τριάντα εφτά ολόκληρα χρόνια. Και θα σηκωνόμουν μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσω πως θα πρέπει να μείνω ακίνητος και για όλα τα υπόλοιπα. 
Ήπια άλλη μια γουλιά από το ποτό μου και το άφησα με αργές κινήσεις στο πάσο. Δεν πετάχτηκε πάλι κάποια σταγόνα.
Άναψα ένα τσιγάρο. 
Τίποτα αξιοσημείωτο δεν συνέβη. 
Ξεθάρρεψα. Ίσως αυτές οι στιγμές να μην ανήκουν στις περιόδους που η ατυχία με συνοδεύει σε κάθε κίνηση. Υπάρχουν που και που διαστήματα που η καταραμένη σύντροφος μου με αφήνει σε μια ευλογημένη ησυχία. Ίσως ξεκουράζεται ή πηγαίνει να διασκεδάσει με κάποιον άλλον σαν και μένα. Τις περισσότερες φορές όμως απλώς απομακρύνεται για να πάρει φόρα και να με χτυπήσει ακόμα πιο δυνατά. 
Ξεφύσηξα τον καπνό από το στόμα μου. Τον άφησα να ταξιδέψει πάνω από το κεφάλι μου και τον παρακολούθησα να ζωγραφίζει ράθυμα στον μουσαμά της φαντασίας. Κάποιοι στα σύννεφα βλέπουν το πρόσωπο του Θεού. Εγώ ευελπιστούσα να δω το πρόσωπο της Τύχης. Μόνο και μόνο για να το χαστουκίσω δυνατά.
Δεν ήταν εδώ. Κι αν ήταν όντως έτσι, θα περνούσα μερικές στιγμές σχεδόν σαν κανονικός άνθρωπος. 
Τόλμησα να σύρω τα δάκτυλα μου στην λαβή του ματωμένου μαχαιριού στο πάσο. 

***

Την επόμενη φορά που θα ταρακουνήσω το ποτήρι θα φέρω την παλάμη μου πάνω του σαν καπάκι. Έτσι έχω επιβιώσει μέχρι τώρα. Μαθαίνω και προετοιμάζομαι. Προλαμβάνω. Φυσικά, δεν μπορείς να προβλέψεις τα πάντα, η φαντασία της φύσης είναι ανεξάντλητη ενώ η δική μου πεπερασμένη. Φροντίζω όμως να μην επαναλαμβάνω το ίδιο λάθος και προσπαθώ να μην έχω την ίδια ατυχία και δεύτερη φορά. Κινούμαι με αργές και προσεκτικές κινήσεις, αποφεύγω οποιοδήποτε ρίσκο, σκέφτομαι ξανά και ξανά τι μπορεί να πάει στραβά στην επόμενη κίνηση μου. Εφευρίσκω μόνιμες λύσεις σε ατυχίες που μου συμβαίνουν συχνά, φοράω για παράδειγμα συνέχεια αντιολισθητικά παπούτσια, ενώ απαρνήθηκα την αλυσίδα στο λαιμό μου που προσπάθησε να με στραγγαλίξει αρκετές φορές στον ύπνο μου. Ξεκινάω μια δύο ώρες νωρίτερα για να φτάσω κάπου που πρέπει να είμαι συγκεκριμένη ώρα, αν και σπάνια βγαίνω πια από το σπίτι. Πέταξα όλα τα κρυστάλλινα αντικείμενα, ξεκρέμασα κάδρα, λάμπες, μπιμπελό, ξεφορτώθηκα γενικώς οτιδήποτε σπάει ή πέφτει ή είναι επικίνδυνο. Την δουλειά, φυσικά, την φορτώθηκε -λόγω αυξημένης επικινδυνότητας για μένα- ένας αλλοδαπός της γειτονιάς, όσο εγώ περίμενα στο πάρκο εκεί κοντά, έχοντας πάντα σε ετοιμότητα μια ομπρέλα για την περίπτωση που ακούσω φτερουγίσματα περιστεριών.
Κάποτε έκανα συχνά και ευχέλαιο. Την τελευταία φορά που δοκίμασα, ο αγιασμός βραχυκύκλωσε μια πρίζα και από τις σπίθες πήρε φωτιά το τραπεζομάντιλο. Η πυρασφάλεια που ενεργοποιήθηκε έβρεξε το πάτωμα και ο παπάς γλίστρησε και στραμπούληξε το πόδι του. Αν και ποτέ δεν μεταδίδω ατυχία στους γύρω μου, στους παπάδες που μου έκαναν ευχέλαιο πάντα κάτι άσχημο συνέβαινε. 
Έναν άλλον φουκαριάρη τον κυνήγησαν τα σκυλιά της γειτονιάς όταν ερχόταν, ώσπου καταγδαρμένος και με σκισμένα ράσα μπόρεσε να τρυπώσει στο σπίτι μου. Έμεινε εκεί κανά δύο ώρες, τον περιποιήθηκα, και τελικά έφυγε πεπεισμένος πως έξω κινδύνευε λιγότερο απ’ ότι εκεί μέσα. Οι αναφορές στα Θεία από το στόμα του καθώς απομακρυνόταν από την αυλή μου δεν είχαν καμία σχέση με το ευχέλαιο.
Αν με έβλεπε βέβαια αυτή την συγκεκριμένη στιγμή, τώρα που κάθομαι σε αυτό το ξένο σπίτι, σε αυτό εδώ το πάσο, να πίνω και να καπνίζω σχεδόν κυνικά, ενώ μερικά βήματα πίσω μου βρίσκεται ξαπλωμένος ένας νεκρός άνθρωπος που το αίμα του λέρωσε τα ρούχα μου, ίσως και να μην είχε φύγει τότε, ίσως να είχε τελειώσει εκείνη τη λειτουργία. Η ενόραση όμως δεν συναντιέται συχνά στις μέρες μας και δεν τον κατηγορώ.
Άλλαξα συνολικά οκτώ παπάδες. 

***

Κάποια στιγμή κατάφερα να αισθάνομαι σχεδόν ασφαλής στο σπίτι μου. Αν και στο τέλος είχε μείνει ένα σπίτι εντελώς γυμνό, είχα πετύχει κατά πολύ τον σκοπό μου. Δεν απαλλάχτηκα εντελώς από τον δυνάστη μου αλλά περιόρισα σε μεγάλο βαθμό τα παιχνίδια του. Για να βρει τρόπους να παίξει μαζί μου έπρεπε πια να εξαντλήσει την ευρηματικότητα του. 
Με τον έξω κόσμο ήταν πιο δύσκολο. Η συνδιαλλαγή με τους άλλους ανθρώπους κατέληξε πιο απλή και από συναλλαγή με ΑΤΜ –είχα βαρεθεί την ντροπή. Το δύσκολο δεν ήταν να βρω τρόπους να επιβιώσω εκεί έξω αλλά να μπορέσω να πάρω απόφαση πως πράγματα απλά και φυσιολογικά για τους υπόλοιπους θα παρέμεναν για μένα το ευτυχισμένο τέλος ενός αισιόδοξου μυθιστορήματος. Τα άφησα λοιπόν να ζουν φυλακισμένα μέσα μου, στο πιο βαθύ πηγάδι που βρήκα στην ψυχή μου. Το σφράγισα με παγωμένη καρδιά και κλείστηκα στο ασφαλές πια σπίτι μου.
Η επικοινωνία με τους ανθρώπους περιορίστηκε στην ηλεκτρονική αλληλογραφία, αν και, αραιά και που, έβρισκα κάποιους που δεν αποτελούσαν μεγάλο κίνδυνο και πληρούσαν τα κριτήρια που είχα θέσει: ένα delivery υπάλληλο έξω από την πόρτα μου, μια γιαγιά στην απέναντι βεράντα, μερικούς βαριεστημένους σε κάποιο παγκάκι στο πάρκο. 
Τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς τις γέμιζα με μελέτη. Διάβαζα τα πάντα. Ψυχολογία, παραψυχολογία, ψυχιατρική, ιστορία, λογοτεχνία, φιλοσοφία, οτιδήποτε μπορούσε να μου εξηγήσει. Μελέτες σε περιοδικά, έρευνες, κείμενα στο Internet –ο υπολογιστής ήταν από τα λίγα επικίνδυνα αντικείμενα που είχα κρατήσει– θρησκευτικά κείμενα από όσες θρησκείες μπορούσα να σκεφτώ, αλληλογραφίες με –ευελπιστούσα– ομοπαθείς, τα πάντα. Και αφού εξάντλησα τα ελληνικά βιβλία, έμαθα αγγλικά και τα διάβασα και αυτά. Και μετά γαλλικά, ισπανικά και λατινικά. Τα φύλαγα όλα στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσα παλιά σαν σαλόνι, ξαπλωμένα στο πάτωμα. Στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, με τα χρόνια είχε σχηματιστεί μια πολυώροφη βαβελική βιβλιοθήκη που δεν εξυπηρέτησε ποτέ το σκοπό της, αφού η λύση στο αίνιγμα μου δεν είχε γραφτεί στις σελίδες της.
Χρησιμοποίησα την γνώση που απόκτησα φτιάχνοντας ιστοσελίδες ποικίλων θεμάτων σελίδες λογοτεχνίας, βάσεις δεδομένων αρχαίων κειμένων, portals επικοινωνίας, που με το πέρασμα των χρόνων μου απέφεραν κάποια έσοδα, κυρίως από διαφημίσεις. Αργότερα, έγινα αρθογράφος σε μυστικιστικά περιοδικά, έγραψα αναλύσεις για διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις αφανισμένων φυλών, και γενικά πουλούσα τις γνώσεις μου όπου μπορούσα, εξαντλώντας κάθε περιθώριο εμπορίου από το λακωνικό μου σπίτι. Κι αφού τόσα χρόνια είχα καταπιεί την ντροπή του κόσμου, άρχισαν να υπάρχουν στιγμές που σχεδόν αισθανόμουν περήφανος για το τρόπο που αντιμετώπιζα την κατάσταση μου, μερικές φορές και με την αποτελεσματικότητα μου. Και αρκετές φορές συνειδητοποιούσα πως η ζωή με είχε προικίσει με κάποια προσόντα που αγνοούσα, και πιθανόν να συνέχιζα να αγνοώ αν δεν αναγκαζόμουν να τα χρησιμοποιήσω. 
Φυσικά, ποτέ δεν μπόρεσα να κάνω την υπέρβαση, αφού κάθε ενέργεια μου ήταν ζωγραφισμένη στην πλάτη της τύχης. Παρέμενα πάντα ένας σάκος του μποξ κρεμασμένος στο κέντρο του δωματίου της, να στριφογυρίζει στο σκοινί του. Αυτή τη φορά όμως, μέσα από την ζαλάδα των χτυπημάτων, είχα βγάλει την γλώσσα μου και την κορόιδευα. Κάνοντας διπλές και τριπλές προσπάθειες είχα καταφέρει να εξισώσω λίγο την μιζέρια μου με περηφάνια, να ισορροπήσω την θλίψη με την ικανοποίηση, τους άλλους με το Εγώ. Και αυτό μου έδωσε δύναμη ώστε να πολλαπλασιάσω τις προσπάθειες μου στα χρόνια που ακολούθησαν. 
Είχα μπει σε μια διαδικασία μετάλλαξης.
Τόσα χρόνια πίκρας με είχαν μετατρέψει σε μια αποθήκη πόνου. Κι όμως, η μέρα που έφτασε τελικά και στράγγιξα αποφασιστικά αυτό το καρκίνωμα, έφερε κάτι άγνωστο σε μένα, που δεν θύμιζε σε τίποτα τα πρωτογενή θλιβερά συστατικά. Ήταν μια σταγόνα ονειρικής ύλης, που έσταξε στο πάτωμα και η μαγεία της το άνθισε ολόκληρο. Πότισε τους τοίχους, τα βιβλία, γκρέμισε τα παράθυρα και γέμισε το χώρο με φως. Ένα φως που κύλησε σε κάθε μόριο του σώματος μου, αφύπνισε κάθε κύτταρο, αναγέννησε κάθε στάλα αίματος που ταξίδευε σε αυτό. 
Ήταν η μέρα που, με μια οξυδέρκεια σμιλευμένη από χρόνια επιφυλακής, αναζήτησης και μελέτης, και χαλυβδωμένη από μια διαρκή ανάγκη για επιβίωση, είδα πιο καθαρά από ποτέ. 
Ήταν η μέρα που συνέλαβα το Σχέδιο.

***

Το πρώτο πράγμα που χρειαζόμουν ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος. Τον βρήκα σε ένα από τα δωμάτια επικοινωνίας που είχα δημιουργήσει στο internet με θέμα τα τυχερά παιχνίδια. Ο κυρ Γιάννης είχε όλα τα χαρακτηριστικά που ζητούσα: συνταξιούχος, ζούσε σε κάποιο προάστιο της πρωτεύουσας όπως κι εγώ, τελείως μόνος του στην ζωή, καταστραμμένος από ένα και μοναδικό πάθος: τον ιππόδρομο. Τις ώρες που δεν βρισκόταν εκεί, κρυβόταν από την μοναξιά του online, ψάχνοντας ανθρώπους πρόθυμους να ακούσουν ιστορίες αλόγων. Το βασικότερο χαρακτηριστικό του όμως -και αυτό το οποίο κυρίως έψαχνα να βρω- ήταν ένα συνήθες ελλάτωμα των μέτριων αλλά αρρωστημένων τζογαδόρων: έψαχνε παντού να βρει σημάδια που θα του φανέρωναν την επόμενη νίκη στον ιππόδρομο. Θα μπορούσε να είναι μια φράση που άκουσε τυχαία, μια διαφήμιση την ώρα που ανοίγει την τηλεόραση, ο αριθμός της σελίδας ενός περιοδικού που άνοιξε στην τύχη. Τα ερμήνευε είτε με ονόματα αλόγων είτε με τους αριθμούς που συμμετείχαν σε μια κούρσα, είτε τέλος πάντων όπως ήθελε να τα ερμηνεύσει. Αργότερα μου είχε παραδεχτεί πως την επόμενη της γνωριμίας μας είχε ποντάρει σε ένα άλογο που του θύμιζε έντονα το ψευδώνυμο μου στο internet.
Με το Σχέδιο στο μυαλό μου καλλιέργησα την φιλία μου μαζί του. Αυτός έψαχνε έναν άνθρωπο να ακούσει τις ιστορίες του και να περάσει τις ώρες μέχρι την επόμενη κούρσα. Εγώ έψαχνα για αυτόν. 
Περνούσαμε ατελείωτες ώρες κουβεντιάζοντας τα βράδια –πάντα μέσω internet– για άλογα που ήρθαν πρώτα, για τα φαβορί του επόμενου μήνα, για τα κέρδη που κάποτε κέρδισε σε μια κούρσα και τα έχασε στην αμέσως επόμενη, για την οικογένεια που τον παράτησε λόγω του πάθους του. «Ποντάρισα σε μουλάρι» συνήθιζε να λέει πικρόχολα για τον γάμο του και εγώ συμφωνούσα. Φρόντιζα να είμαι καλός ακροατής.
Με τον καιρό ανταλλάξαμε και φωτογραφίες -οι δικιές μου ψεύτικες φυσικά– και η φιλία μας πέρασε στο στάδιο της οικειότητας και της εμπιστοσύνης. Αρκετές φορές μάλιστα χρειάστηκε να αρνηθώ την πρόσκληση του να τα πούμε από κοντά, με την πρόφαση πότε την δουλειά, πότε την απόσταση από την πόλη που δήθεν ζούσα. Φοβήθηκα δε μην τυχόν κουβαληθεί εκεί που νόμιζε πως κατοικούσα, αλλά τελικά αποδείχτηκε δύσκολο να απομακρυνθεί από την περίμετρο λίγων χιλιομέτρων από τον ιππόδρομο. Ότι ήξερε για μένα φυσικά ήταν ψεύτικο, και το να με δει το φύλαγα επιμελώς για αργότερα. Αντίθετα, εγώ είχα μάθει σχεδόν τα πάντα για αυτόν.
Η επόμενη κίνηση έγινε ένα πρωινό, λίγο αργότερα. Ετοίμασα ένα mail από μια δήθεν εταιρία αγοραπωλήσεων που προέτρεπε τους αναγνώστες να αγοράσει ένα βιβλίο με τίτλο:

«Τυχερή η καρδιά του νικητή βασιλιά»

και το έστειλα στον κυρ Γιάννη. Το ίδιο κι όλας βράδυ μού το ανέφερε στην συζήτηση μας, κι εγώ, έντεχνα, κατεύθυνα την κουβέντα μας όπως την είχα σχεδιάσει. Αφού αγνοούσα -δήθεν- την εταιρία που έστειλε το mail, και καθώς το βιβλίο δεν το έβρισκα σε καμία αναζήτηση στο internet, δεν μπορούσα να δώσω κάποια προφανή εξήγηση. Κάναμε την ερώτηση και δημόσια σε κάποια άλλα δωμάτια επικοινωνίας –μόνο και μόνο για να φανώ πειστικός- αλλά κανείς δεν το είχε ξανακούσει. Δεν μπορούσα να δώσω κάποια λογική εξήγηση, αλλά σε αυτό που μπορούσα να συμφωνήσω ήταν αυτό που ήδη υποπτευόταν ο κυρ Γιάννης. Γιατί ένας άνθρωπος που ζούσε και ανέπνεε στον ιππόδρομο και που ήξερε τους ιππείς με το μικρό τους όνομα, δεν μπορούσε παρά να αναγνωρίσει τα ονόματα των αλόγων μέσα στον τίτλο του βιβλίου. Και με τις δικιές μου παρεμβάσεις, κατέληξε στο συμπέρασμα που ήθελε να πιστέψει: ο τίτλος του βιβλίου ήταν ένα σημάδι.
Λίγα λεπτά αργότερα μου έγραψε αυτό που ήδη ήξερα. Σε δύο εβδομάδες από εκείνη τη μέρα, η τελευταία κούρσα στον ιππόδρομο περιείχε τα άλογα:

ΚΡΟΙΣΟΣ, ΑΡΑΜΙΣ, ΚΑΡΔΙΑ, ΒΑΣΙΛΙΑΣ, ΝΙΟΥΤΟΝ ΓΟΥΕΪ, ΚΛΗΤΗ, ΤΥΧΕΡΟΥΛΑ, ΝΙΚΗ

Μου υπογράμμισε τα άλογα: ΚΑΡΔΙΑ, ΒΑΣΙΛΙΑΣ, ΤΥΧΕΡΟΥΛΑ, ΝΙΚΗ. 
Ένα όνομα για κάθε ουσιαστικό από τον τίτλο του βιβλίου.
Και εγώ τους άλλαξα την σειρά: ΤΥΧΕΡΟΥΛΑ, ΚΑΡΔΙΑ, ΝΙΚΗ, ΒΑΣΙΛΙΑΣ. 
Για να ταιριάζουν με την σειρά που είχαν στον τίτλο του βιβλίου.
Δεν σταμάτησα όμως εκεί. Τις επόμενες μέρες φρόντιζα επιμελώς να του στέλνω ‘σημάδια’. Είτε με παρόμοια mail, είτε με πλαστά διαφημιστικά φυλλάδια που άφηνα στην πόρτα του, είτε πιάνοντας του κουβέντα στον διαδίκτυο με διαφορετικά ψευδώνυμα. Η τακτική ήταν πάντα ίδια, να χρησιμοποιώ αυτές τις λέξεις σε ένα κείμενο αλλά πάντα με την ίδια σειρά. Και κάθε βράδυ το φιλικό μου χέρι να τον σπρώχνει προς την κατεύθυνση που ήθελα. 
Ήταν τελικά πολύ εύκολο να τον κάνω να πιστέψει αυτό που ήθελε να πιστέψει. Η υποψία του κυρ Γιάννη γρήγορα έγινε πεποίθηση, ρίζωσε τόσο πολύ μέσα του που άρχισε πλέον να βλέπει σημάδια παντού και που δεν του τα είχα αφήσει εγώ. Είχε βρει το σημάδι σε κινέζικα μπισκοτάκια της τύχης, είχε βρει τις λέξεις με την ίδια σειρά σε περιοδικά, τις είχε δει διαδοχικά σε σταυρόλεξο, τις είχε συναντήσει σε εικόνες. Και μέρα με την μέρα, η πεποίθηση του έγινε για αυτόν η απάντηση της γκρεμισμένης του ζωής.
Την ημέρα των αγώνων, ο νικητής την ένατης ιπποδρομίας θα ήταν η ΤΥΧΕΡΟΥΛΑ. Θα ακολουθούσαν η ΚΑΡΔΙΑ, η ΝΙΚΗ και ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ. 
Και ο κυρ Γιάννης θα είχε ποντάρει σε αυτόν τον συνδυασμό.

***

Εκείνη η μέρα ήταν διαφορετική από τις υπόλοιπες. Ο Γιάννης είχε σηκωθεί από το πρωί, είχε ξυριστεί επιμελώς και είχε φορέσει τα καλά του. Το βράδυ που προηγήθηκε δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου. Το μυαλό του ήταν ένα καρουζέλ με οχτώ άλογα, στερεωμένα σταθερά το ένα πίσω από το άλλο, προορισμένα από το χέρι του κατασκευαστή να αγωνίζονται και να τερματίζουν πάντα με την ίδια σειρά. 
Ετοίμασε ένα πλούσιο πρωινό, τάισε τα ψαράκια του, μύρισε κάποιες γλάστρες που είχε στην βεράντα. Καλημέρισε καλόκαρδα όποιον γείτονα είδε από το παράθυρο, βοήθησε την νοικάρισσα του να πετάξει τα σκουπίδια, έδωσε συμβουλές σε ένα περαστικό που έψαχνε κάποια διεύθυνση στην περιοχή. Γέμισε τον υπόλοιπο χρόνο με βόλτες, με κουβέντες στα καφενεία, με πολλά τσιγάρα, αλλά και πάλι δεν ήταν αρκετό: έφτασε στον ιππόδρομο πολύ νωρίς.
Εκτός από άλλον έναν άντρα που συνάντησε εκεί, ήταν τελείως μόνος κι έτσι βάλθηκε να τριγυρνά στην περιοχή, κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ όλα αυτά τα χρόνια που ερχόταν στον ιππόδρομο. Περπάτησε στους δρόμους εκεί γύρω, χάζεψε τις βιτρίνες των καταστημάτων και διάβασε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που κρεμόντουσαν στα περίπτερα. Κυρίως όμως σκεφτόταν την ζωή του, τα βάσανα του και την κούρσα που θα τον λύτρωνε. 
Επέστρεψε στον ιππόδρομο με ανυπομονησία και έκατσε στην καφετέρια. Δεν είχε πολύ κόσμο ακόμα. 
Λίγα τραπέζια πιο μακριά από το δικό του καθόταν ένας άντρας. Ήταν εκείνος που είχε δει μόλις είχε πρωτοέρθει. Άλλος ένας που ο ιππόδρομος ήταν το δεύτερο σπίτι του, σκέφτηκε σχεδόν θλιμμένα. Ο Γιάννης παρήγγειλε έναν ελληνικό καφέ και άρχισε το κάπνισμα.
Μετά από λίγο ο άντρας σηκώθηκε και κάθισε σε ένα άλλο τραπέζι, που βρισκόταν σχεδόν απέναντι του. Ο Γιάννης πρόσεξε πως από την στιγμή που ο άντρας έκατσε παρέμεινε σε μια απόλυτη ακινησία, λες και απόφευγε τις περιττές κινήσεις. Μόνο τα μάτια του ήταν αεικίνητα, κοιτούσαν συνέχεια δεξιά κι αριστερά μέσα από τις μαυρισμένες σακούλες τους. Μια φορά μάλιστα οι ματιές τους συναντήθηκαν και ο άγνωστος τον χαιρέτησε με μια μικρή κίνηση του κεφαλιού. Ο Γιάννης ανταποκρίθηκε καλοσυνάτα.
Την ακινησία του ο παράξενος άντρας την χάλασε ανοίγοντας μια εφημερίδα. Ο Γιάννης δεν την γνώριζε, θα πρέπει να ήταν μια από τις φυλλάδες που κυκλοφορούν μεταξύ μυστικιστικών συνδρομητών. Μπορούσε όμως να διακρίνει τον πηχαίο τίτλο της από την θέση που βρισκόταν: «ΒΑΔΙΣΕ ΟΠΩΣ ΣΧΕΔΙΑΣΕΣ ΚΑΙ ΘΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙΣ». Ο τίτλος τού φάνηκε ενδιαφέρων, θα μπορούσε να είναι ένα μήνυμα για τον ίδιο, προσπάθησε λοιπόν να διακρίνει όσα περισσότερα μπορούσε. Θα έπαιρνε όρκο πως συνάντησε τις λέξεις που τόσο συχνά έβλεπε στην ζωή του το τελευταίο διάστημα αλλά δεν πρόλαβε να βεβαιωθεί. Γιατί μια σερβιτόρα που πέρασε μπροστά από το τραπεζάκι του άντρα παραπάτησε, και ο γεμάτος δίσκος έφυγε από τα χέρια της και προσγειώθηκε πάνω σε αυτόν και την εφημερίδα του. 
Ο άντρας φάνηκε ευγενικός και δεν δημιούργησε επεισόδιο. Στον Γιάννη μάλιστα έκανε εντύπωση ο στωικός τρόπος που δέχτηκε τους ζεστούς καφέδες στα ρούχα και στο πρόσωπο του. Για την ακρίβεια, δεν κουνήθηκε καθόλου, ούτε καν ενστικτωδώς. 
Αφού ο άντρας άκουσε χίλιες συγνώμες από την υπάλληλο, ο Γιάννης τον είδε να σηκώνεται αργά και να πηγαίνει στην τουαλέτα, προφανώς για να πλυθεί. Το σώμα του ήταν καμπουριαστό, όχι γιατί είχε καμπούρα αλλά σαν να ήταν εξαιρετικά κουρασμένος, σχεδόν ηττημένος. Προχωρούσε λες και κάθε βήμα του ήταν μελετημένο, δίνοντας την εντύπωση πως κάποιος τον κινούσε με τηλεχειριστήριο. Όσο αργά όμως ήταν τα βήματα του, άλλο τόσο αεικίνητο ήταν το βλέμμα του. 
Μόλις απομακρύνθηκε, η σερβιτόρα καθάρισε το λερωμένο τραπέζι και πέταξε την μουσκεμένη εφημερίδα σε μια σακούλα σκουπιδιών. Κρίμα, ο Γιάννης θα μπορούσε να την ζητήσει από τον άντρα. Παρόλο που ήταν κατεστραμμένη ίσως να μπορούσε να διαβάσει αυτά που ήθελε, και να επιβεβαιώσει το σημάδι που είχε διακρίνει.
Όταν επέστρεψε ο περίεργος άντρας και έφτασε στο τραπέζι του, κοντοστάθηκε. Το κοίταξε προβληματισμένος σαν να έψαχνε κάτι. Ύστερα κάθισε κανονικά, τράβηξε αργά την διπλανή καρέκλα και πήρε στα χέρια του ένα χαρτοφύλακα που είχε ακουμπήσει εκεί. Τον άνοιξε.
Ήταν σίγουρα η τυχερή μέρα του Γιάννη. Γιατί ο άγνωστος έβγαλε από μέσα ένα αντίτυπο της ίδιας εφημερίδας.

***

Από τον ιππόδρομο έφυγα με ταξί μόλις τελείωσαν οι αγώνες. Περίμενα τουλάχιστον μία ώρα και αφού πρώτα βρήκαν ταξί όλοι οι υπόλοιποι. Ο ταξιτζής που σταμάτησε έπεσε με φόρα στα απόνερα στην άκρη του δρόμου, που θα ορκιζόμουν πως πριν από δύο λεπτά δεν υπήρχαν. Το νέο χρώμα που απόκτησε το παντελόνι μου ταίριαζε πολύ με τον καφέ της σερβιτόρας στο σακάκι μου. Τι σημασία είχε όμως; Το χαμόγελο δεν μπορούσε πια να φύγει από το πρόσωπο μου.
Έδωσα στον ταξιτζή την διεύθυνση του κυρ Γιάννη κι έμεινα σε όλη τη διαδρομή να κοιτάζω ευτυχισμένος από το παράθυρο. Είχα αποφασίσει πως αν η σημερινή ημέρα είχε επιτυχία, θα αφιέρωνα τη ζωή μου στο Σχέδιο.
Δεν μπορούσα να κάνω τον κυρ Γιάννη συμμέτοχο συνειδητά. Αν συνεργαζόμασταν θα τον είχα παρασύρει στην δική μου μοίρα. Η Τύχη δεν θα μας διαχώριζε, θα μας αντιμετώπιζε σαν ομάδα με κοινό όφελος και θα είχαμε και οι δύο την ίδια αντιμετώπιση από αυτήν. Έπρεπε λοιπόν με κάποιον άλλο τρόπο να τον πείσω να ποντάρει τον συνδυασμό που ήθελα. Ίσως και να ήταν ανώφελα πολλά από όσα έκανα, νομίζω πως είχε ερμηνεύσει από την πρώτη στιγμή τον τίτλο του βιβλίου όπως ήθελε να τον ερμηνεύσει. Ήθελε τόσο πολύ να πιστέψει που νόμιζε πως τον έσπρωχνε Θεϊκό χέρι. 
 Ίσως όμως και να μην είχε και τόσο άδικο.
Η επιλογή της κούρσας που είχα κάνει δεν είχε ιδιαίτερη σημασία, θα κέρδιζε όποια και να διάλεγα. Μπορούσα να είχα επιλέξει ανάμεσα σε πολλές άλλες, να είχα σχηματίσει εκατοντάδες τίτλους βιβλίων με τα ονόματα των αλόγων που εγώ θα είχα αποφασίσει να κερδίσουν. Διάλεξα τελικά αυτή που διέκρινα σημάδια της δικής μου μοίρας και θα έδινε και αρκετά κέρδη. Αυτό που πρόσεξα μόνο ήταν να είναι η τελευταία κούρσα της ημέρας. Αν υπήρχε κι άλλος αγώνας μετά, ο κυρ Γιάννης ίσως να ξαναέπαιζε και να έχανε τα κέρδη του. Εξάλλου, το είχε ξανακάνει στο παρελθόν.
Εκείνη την μέρα των αγώνων, ο νικητής την ένατης ιπποδρομίας ήταν η ΤΥΧΕΡΟΥΛΑ. Πίσω της ακολούθησαν με την σειρά η ΚΑΡΔΙΑ, η ΝΙΚΗ, και ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ. Η τυχερή τετράδα, όλα αουτσάιντερ, είχαν δώσει μια από τις πιο απίστευτες νίκες στην ιστορία του ιπποδρόμου. Ο κυρ Γιάννης είχε παίξει «τετραπλό»  με τα τέσσερα άλογα και έφυγε με ένα κουβά λεφτά για το σπίτι του. Δεν μου είχε πει πόσα θα έπαιζε αλλά κέρδισε 950 φορές τα χρήματα που είχε ποντάρει. Μπορούσα να τον φανταστώ στο κρεβάτι του, να πετάει τα χαρτονομίσματα στο ταβάνι, πίνοντας και χορεύοντας σαν έφηβος.
Εγώ, αντίθετα, είχα χάσει ένα ευρώ. Τόσο ήταν το στοίχημα που είχα βάλει μαζί του. 
Με διαφορετικό ψευδώνυμο, του είχα πιάσει κουβέντα στο δωμάτιο επικοινωνίας στο internet λίγες ημέρες πριν τον αγώνα, όταν πια δεν είχε καμία αμφιβολία για την νίκη του. Του πρότεινα χαριτολογώντας ένα πολύ μικρό στοίχημα πως δεν θα έρθει αυτή η τετράδα και με αυτή τη σειρά, και δέχτηκε.
Και φυσικά, όπως είχα προβλέψει, έχασα.
Είναι ασύλληπτη η εξουσία της ατυχίας πάνω μου, πόσο επηρεάζει τη ζωή μου. Τώρα όμως είχα αποδείξει στον εαυτό μου πως είναι τόσο τυφλωμένη από το πάθος της για μένα ώστε με ένα τόσο απλό τέχνασμα, στα όρια της γελοιότητας, να κάνει έναν άλλο άνθρωπο πλούσιο παρά να αφήσει εμένα να κερδίσω στο ελάχιστο. 
Χαμογέλασα. 
Χάνοντας ένα ευρώ, είχα συγκεντρώσει μια μικρή περιουσία στο σπίτι ενός μοναχικού και ξοφλημένου ανθρώπου, που είχα επιλέξει προσεκτικά.
Ο κυρ Γιάννης ήταν μόνος του τώρα και εγώ πήγαινα στο σπίτι του.
Είχα κερδίσει.

***

Το ταξί έμεινε από λάστιχο και με άφησε λίγα τετράγωνα νωρίτερα. Δεν με πείραζε ιδιαίτερα, θα περπατούσα και θα σκεφτόμουν λίγο ακόμα. Δεν είχα μεθύσει τελείως, μπορούσα να πιω πολλά ποτήρια από την ευτυχία που αισθανόμουν.
Σήκωσα τον γιακά του σακακιού και πρόταξα το στήθος μου μπροστά. Δεν μου άρμοζε πλέον να περπατώ καμπουριαστά. 
Ήμουν ένας άνθρωπος που τραβούσε πάνω του όλη την αρνητική ενέργεια του σύμπαντος, από την ημέρα που γεννήθηκε. Άλλοι θα είχαν υποκύψει, εγώ όμως είχα φανεί δυνατός. Την είχα συγκεντρώσει και την είχα στρέψει στο σημείο που ήθελα. Δεν μπορούσα να την ξεφορτωθώ αλλά μπορούσα να την χρησιμοποιήσω με την βούληση μου, την είχα χαλιναγωγήσει σε μια δύναμη που κατευθυνόταν από το μυαλό μου. Μια τέτοια δύναμη στα χέρια μου με έκανε έναν ημίθεο, έναν άνθρωπο με σχεδόν θεϊκή υπόσταση. 
Ο Θεός δεν μου είχε στείλει σημάδια για να με βοηθήσει να ξεδιαλύνω την ζωή μου, όπως αυτά που έστειλα εγώ στον κυρ Γιάννη. Τα σημάδια που έστειλα εγώ ήταν ξεκάθαρα και σαφή. Υποθέτω πως ο Θεός ήθελε να βρω τις απαντήσεις μόνος μου, ότι ήταν κάτι σαν δοκιμασία. Αλλά τώρα ήξερα γιατί η ατυχία ήταν κολλημένη σαν βδέλλα πάνω μου από την μέρα που γεννήθηκα:  γιατί ήμασταν, απλά, από το ίδιο υλικό αλλά αντίθετοι. Ήμασταν οι ετερώνυμοι πόλοι του ίδιου μαγνήτη. Ελκούσα την ατυχία γιατί εγώ ήμουν φτιαγμένος από το υλικό της τύχης. Εγώ ο ίδιος ήμουν Τύχη. Το Σχέδιο του σύμπαντος για μένα ήταν από την αρχή να είμαι η Τύχη σε αυτόν τον κόσμο. 
Είχα βρει το πεπρωμένο μου, τα είχα καταλάβει όλα πια.
Δεν ξέρω αν το σημερινό σχέδιο με τον κυρ Γιάννη ήταν το καλύτερο δυνατό. Με τον καιρό θα έβρισκα τρόπους να γίνω πιο επιδέξιος και πιο αποτελεσματικός. Από το σπίτι μου, αυτή τη φυλακή που ζυμώθηκε ένας μικρός θεός, προοριζόμουν να προσφέρω Τύχη στις ζωές των άλλων. Θα ήμουν το Χέρι που θα χάριζε τις χάρες Του στους κακορίζικους αυτού του κόσμου.
Φούσκωσα κι άλλο το στήθος μου και σκέφτηκα την Τύχη που κατηγορούσα μια ολόκληρη ζωή, και ξαφνικά την συμπονούσα. 
Θα πρέπει να είναι τόσο άτυχη.

***
Πλησίαζα στο σπίτι του. 
Δεν μπορούσα φυσικά να του πω την αλήθεια, αυτή θα παρέμενε για πάντα στην σκιά. Θα προσπαθούσα όμως να τον δω στα κλεφτά από κάποιο ανοιχτό παράθυρο καθώς δικαιούμουν λίγη από την χαρά του. Θα του άφηνα επίσης και το ευρώ που του χρωστούσα. Στο πατάκι της πόρτας μάλλον, για να το βρει εύκολα.
Η πόρτα, δυστυχώς, ήταν μισάνοιχτη. Στο κεφαλόσκαλο υπήρχαν ματωμένες πατημασιές και φρούδες ελπίδες.
Μπήκα ανήσυχος και βρέθηκα σε ένα μικρό χολ. Τα φώτα ήταν κλειστά, εκτός από ένα μικρό φως στο σαλόνι που έκανε διακριτές τις πολυθρόνες και το ξύλινο πάσο, και από ένα θαμπό αλλά έντονο μπλε στο βάθος, που έβγαινε από την οθόνη του υπολογιστή. Ο κυρ Γιάννης βρισκόταν νεκρός λίγα μέτρα πιο μέσα, ξαπλωμένος ανάσκελα στο πάτωμα, μέσα σε μια λίμνη από αίμα που ανέβλυζε από την μαχαιριά στο λαιμό του. Μερικά χαρτονομίσματα ήταν σκορπισμένα δω και κει. Πιο δίπλα ήταν το μαχαίρι. 
Δολοφονήθηκε κοντά στον υπολογιστή που βρισκόταν σε ένα τραπεζάκι, δίπλα από μερικές οικογενειακές φωτογραφίες. Ο ληστής θα πρέπει να τον είχε ακολουθήσει από τον ιππόδρομο ως εδώ, και μετά θα είχε φύγει πανικόβλητος από την πόρτα που μπήκα. Αυτό μου έδειχναν τα λίγα σκόρπια χαρτονομίσματα και το μαχαίρι που είχαν μείνει παρατημένα πίσω. Ίσως αν είχα βρει γρήγορα ταξί να είχα προλάβει. 
Πλησίασα τον αναμμένο υπολογιστή. Το γαλαζωπό φως της οθόνης έδινε στο δωμάτιο μια απόκοσμη νότα. 
Το τελευταίο mail που έστειλε ο κυρ Γιάννης ήταν σε μένα, πριν καμιά ώρα περίπου. Μου έγραφε για την νίκη του και πως την επόμενη μέρα θα ερχόταν να με βρει. Τον είχα βοηθήσει να πιστέψει στο θαύμα που εξελισσόταν μπροστά στα μάτια του, να πιστέψει στα σημάδια που έριχνε ο Θεός στον δρόμο του. Μέσα στην χαρά του, ήθελε να με ανταμείψει με κάποιο τρόπο, οποιονδήποτε τρόπο. Ήθελε να κερδίσω και εγώ κάτι. Δεν είμαι σίγουρος ότι το έκανε γιατί τον είχα βοηθήσει ή γιατί δεν είχε απλώς που να δώσει οτιδήποτε. 
Έκλεισα τον υπολογιστή και γύρισα προς τον κυρ Γιάννη. Το πρόσωπο του είχε μια έκφραση θλιμμένης απορίας. Η μαχαιριά στον λαιμό του όμως, από την μια άκρη στην άλλη, ήταν ένα μεγάλο χαμόγελο που με περιγελούσε. 
Γονάτισα και τον αγκάλιασα. Νομίζω πως έκλαψα και λίγο. Ήταν ότι καλύτερο μπορούσα να κάνω.

***

Αποτελείωσα το ποτό μου και το άφησα άδειο στο πάσο.
Υπάρχουν κάποια συναισθήματα άγνωστα, ανεξερεύνητα, δεν έχει γραφτεί κάποια λέξη για αυτά. Οι άνθρωποι τα διακρίνουν φευγαλέα μόνο σε στιγμές. Κάποιοι τα μαθαίνουν γιατί προορίζονται για αυτούς. 
Γεννήθηκα για κάποιο μυστηριώδη λόγο, σκέφτομαι, καθώς κοιτάζω το μισοκαμένο μου τσιγάρο. 
Ο καπνός του ταξιδεύει νωχελικά, και ζωγραφίζει τεμπέλικα αυτή που για λίγο συμπάθησα. Την πλάτη της φυσικά.
Σηκώνω το δάκτυλο και γράφω πάνω της το όνομα μου.


Δεν υπάρχουν σχόλια: